Κατηγορίες οιδημάτων

Στάδιο 0 - Λανθάνον

Παρόλο που παρουσιάζεται μηχανική ανεπάρκεια του λεμφικού συστήματος λόγω λειτουργικών αλλαγών, η λεμφική μεταφορική ικανότητα ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις του λεμφικού φορτίου, που πρέπει να παροχετευτεί. Σε αυτό το στάδιο το οίδημα είναι αναστρέψιμο. Σε μια πιθανή απεικόνιση του λεμφικού συστήματος ανευρίσκεται κάποιο παθολογικό εύρημα.

Στάδιο 1 - Αναστρέψιμο

Η εκδήλωση του οιδήματος είναι εμφανής. Πρόκειται για οίδημα πλούσιο σε πρωτεΐνες, στο οποίο η τοπικά ασκούμενη πίεση προκαλεί εντύπωμα στο εν λόγω σημείο του μέλους. Είτε αυθόρμητα, είτε με την τοποθέτηση του μέλους σε ανάρροπη θέση, το οίδημα υποχωρεί προσωρινά.

Στάδιο 2 - Μη αναστρέψιμο

Η μη αντιμετώπιση του οιδήματος στο πρώτο στάδιο, οδηγεί στο δεύτερο στάδιο, όπου παρατηρείται μεγαλύτερο οίδημα, ινοσκληρωτικές αλλαγές του ιστού και αύξηση του αριθμού των κερατοκυττάρων και των κυττάρων του συνδετικού ιστού. Σε αυτό το στάδιο, το οίδημα δεν είναι αυθορμήτως αναστρέψιμο, ούτε υποχωρεί με ανάρροπη θέση του μέλους.

Στάδιο 3 - Λεμφοστατική ελεφαντίαση

Σε αυτό το στάδιο παρατηρείται υπερβολική αύξηση του όγκου του μέλους, λειτουργικός περιορισμός της προσβεβλημένης περιοχής και ανυπόφορος πόνος.

Τύποι οιδημάτων

Λεμφικό Οίδημα

Λεμφοίδημα ορίζεται η αύξηση του λεμφικού υγρού, αποτέλεσμα της μειωμένης μεταφορικής ικανότητας του λεμφικού συστήματος λόγω εκφύλισης των λεμφαγγείων ή λεμφαδένων. Το λεμφοίδημα διακρίνεται σε πρωτοπαθές και δευτεροπαθές.

Το πρωτοπαθές λεμφοίδημα, ανάλογα με την ηλικία του ατόμου, το οποίο προσβάλλει κατηγοριοποιείται σε συγγενές (<1 έτους), πρώιμο (1-35 ετών) και όψιμο (άνω των 35 ετών). Η κλασσική κλινική εικόνα του πρωτοπαθούς λεμφοιδήματος είναι το ήπιο ανώδυνο πρήξιμο, το οποίο αρχικά εκδηλώνεται στην περιφέρεια του άκρου και προοδευτικά εκτείνεται σε όλο το άκρο. Πιθανώς να εκδηλωθεί πόνος, γεγονός που προκαλεί σύγχυση κατά τη διάγνωση. Το πρωτοπαθές λεμφοίδημα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία και συνηθέστερα εκδηλώνεται στα κάτω άκρα και λιγότερο στα άνω άκρα. Ακόμα και ένα μικροτραύμα, μια μελανιά ή ένα τσίμπημα μπορεί να αποτελέσει αιτία εκδήλωσης της ανεπαρκούς λεμφικής μεταφορικής ικανότητας.

Το δευτεροπαθές λεμφοίδημα είναι συχνότερο από το πρωτοπαθές και εκδηλώνεται αρχικά κεντρικά και όχι περιφερικά όπως συμβαίνει στο πρωτοπαθές. Πιθανές αιτίες για την αλλοίωση του λεμφικού συστήματος και επομένως για την εκδήλωση δευτεροπαθούς λεμφικού οιδήματος είναι η εγχείρηση, η έκθεση σε ακτινοβολία-ακτινοθεραπεία, κάποιος τραυματισμός, κάποια φλεγμονή ή λοίμωξη, η προσβολή από παράσιτα, κακοήθης όγκος ή μετάσταση. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο κίνδυνος εκδήλωσης δευτεροπαθούς λεμφικού οιδήματος υπάρχει πάντα.

Η κλινική διάγνωση των λεμφοιδημάτων είναι συνήθως εύκολη. Πρόκειται για οιδήματα πλούσια σε πρωτεΐνες. Οι πρωτεΐνες στον ενδιάμεσο χώρο αυξάνονται τόσο ώστε δυσχεραίνεται η λεμφική επάνοδος, λιμνάζουν εκεί και οργανώνονται από τα ινώδη κύτταρα του συνδετικού ιστού. Αποτέλεμα είναι η ινωδιματοποίηση των πρωτεϊνών, χαρακτηριστικό του λεμφικού οιδήματος.

Φλεβικό Οίδημα

Παθήσεις των φλεβών οδηγούν σε φλεβικό ή αλλιώς ονομαζόμενο φλεβοστατικό οίδημα. Η φλεβική υπερτονία, που εμφανίζεται ιδιαίτερα στα κάτω άκρα, είναι η υπέρμετρη αύξηση της φλεβικής πίεσης, δηλαδή η αύξηση της εσωτερικής πίεσης που ασκείται στα τοιχώματα των φλεβών. Σε συνδυασμό με την αύξηση της διαμέτρου των φλεβικών αγγείων έχει σαν αποτέλεσμα την παλινδρόμηση του αίματος και την ανεπάρκεια των φλεβικών βαλβίδων.

Αρχικά το λεμφικό σύστημα υπερφορτίζεται λειτουργικά με αποτέλεσμα την εξοιδημάτωση, η οποία αρχικά είναι φτωχή σε πρωτεΐνες και παρουσιάζει εντύπωμα στο δέρμα σε τοπικά ασκούμενη πίεση. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του φλεβικού οιδήματος είναι η αλλαγή του χρώματος των προσβεβλημένων άκρων από μπλε λόγω των κιρσών, σε καφέ, λόγω της αιμοσιδερίνης. Οι ασθενείς δηλώνουν ότι το δέρμα τους «τραβάει», τα πόδια τους βαραίνουν και νιώθουν κάψιμο. Σταδιακά τα άκρα τους πρήζονται κατά τη διάρκεια της ημέρας. Επιπλέον, οι ασθενείς παραπονούνται για έντονο πόνο, νυχτερινές κράμπες, μουδιάσματα, κνησμό, μυρμηγκιάσματα και ακαλαισθησία των κάτω άκρων τους.

Με το χρόνο οι επαναλαμβανόμενες φλεβίτιδες προσβάλλουν τις λεμφικές οδούς με πιθανότητα δημιουργίας δευτεροπαθούς λεμφοιδήματος- φλεβολεμφικού οιδήματος.

Λιπικό Οίδημα

Το λιποίδημα προκαλείται από την εγκατάσταση και αύξηση λιπικής μάζας στα άκρα κυρίως γυναικών. Το λιποίδημα είναι επώδυνο και συμμετρικό.

Ένα καλό ιστορικό και μια προσεκτική εξέταση αρκούν για να διαφοροδιαγνωστεί το λιπικό οίδημα από το φλεβικό και το λεμφικό. Ωστόσο, με την πάροδο των χρόνων το λιπικό οίδημα συγχέεται εύκολα με το λεμφικό. Ασθενείς με επίμονο λιπικό οίδημα μπορεί τελικά να αναπτύξουν μηχανική ανεπάρκεια του λεμφικού συστήματος και επομένως λεμφοίδημα, δημιουργώντας έτσι το «λιπολεμφικό οίδημα», στο οποίο αρχικά ο μαλακός λιπωματώδης ιστός μπορεί να γίνει σκληρός και κονδυλώδης.

Έρευνες δείχνουν ότι στα αρχικά στάδια λιπικού οιδήματος το λεμφικό σύστημα αποδίδει το μέγιστο της μεταφορικής του ικανότητας. Η εναπόθεση επέρχεται στα επόμενα στάδια της νόσου. Για το λιπικό οίδημα χρησιμοποιούνται πολλοί συνώνυμοι όροι.

Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής: επώδυνη παχυσαρκία, χοντρά πόδια υγιών γυναικών, χοντρά πόδια, διαταραχή της ανταλλαγής της ύλης των ουδέτερων λιπών και λιποειδών, σύνδρομο λιπικού οιδήματος, επώδυνο λίπωμα των ποδιών, κιονοποδία, επώδυνη κιονοποδία, ζωνιαία κυτταρίτιδα.

Ορθοστατικό Οίδημα

Εκδηλώνεται στα κάτω άκρα ύστερα από πολύωρη ορθοστασία ή καθιστική θέση. Προσβάλλει μόνο γυναίκες, οι οποίες υποφέρουν από ελαφρύ, συμμετρικό πρήξιμο των κάτω άκρων κυρίως στην περιοχή κάτω από το γόνατο και στον άκρο πόδα. Πρωτοεμφανίζεται στην εφηβεία και είναι πάντα αναστρέψιμο.

Χαρακτηριστικό σημείο είναι ότι τα πρωινά, το Σαββατοκύριακο ή τις αργίες, όποτε δηλαδή εκλείπει η ορθοστατική πίεση, δεν υπάρχει οίδημα.

Ιδιοπαθές Οίδημα

Πρόκειται για συμμετρικό οίδημα που προσβάλλει μόνο τις γυναίκες, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση. Δεν υπάρχουν αντικειμενικά ευρήματα παρά μόνο υποκειμενικά και αυτά όπως περιγράφονται από τις παθούσες: ένα γενικευμένο αίσθημα «σφιξίματος» και πρηξίματος. Το πρωί εντοπίζεται στον κορμό, το κεφάλι και τα άνω άκρα, ενώ το απόγευμα στην κοιλιά και τα κάτω άκρα.

Δεν υπάρχουν ενδείξεις οιδήματος που να αφήνει εντύπωμα, ούτε να προκαλείται από λευκωματοπενία ή από καρδιακή δυσλειτουργία. Λόγω του πρηξίματος χωρίς βιοχημικά ή ενδοκρινικά διαγνωστικά σημεία χαρακτηρίζεται ως ιδιοπαθές ή κυκλικό οίδημα ή περιοδικό οίδημα ή σύνδρομο κατακράτησης υγρού.

Οίδημα προκαλούμενο από χορήγηση διουρητικών

Αφορά γενικευμένο πρήξιμο μετά από τη χορήγηση διουρητικών, χωρίς να υπάρχει εμφανής εξοιδημάτωση. Τα διουρητικά ενδείκνυνται σε περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας, νεφρικής ανεπάρκειας, γεροντικής υπερτονίας, ασκίτης προερχόμενος από κίρρωση του ήπατος και συμπτωματικά σε οιδήματα λόγω λευκωματοπενίας.

Τα διουρητικά αντενδείκνυνται στα άλλα οιδήματα. Η χορήγηση τους οδηγεί αρχικά σε έλλειψη άλατος και νερού από το σώμα. Αντιρυθμιστικά αυξάνεται η έκκριση αλδοστερόνης και αντιδιουρητικής ορμόνης της υπόφυσης. Αφού υποχωρήσει η δράση των διουρητικών και ενισχυθεί η αντιρροπιστική έκκριση ορμονών, τότε παρατηρείται κατακράτηση άλατος και νερού στο σώμα και εντείνεται το αίσθημα δυσφορίας και πρηξίματος του ασθενούς. Αν συνεχιστεί η χορήγησή τους για την αντιμετώπιση οιδήματος, τότε δημιουργείται ο προαναφερόμενος φαύλος κύκλος.

Μετατραυματικό Οίδημα

Εμφανίζεται μετά από κατάγματα, εγχειρήσεις, θλάσεις, διαστρέμματα, εξαρθρώσεις και εγκαύματα, το οποίο μετά από κάποιο χρονικό διάστημα υποχωρεί.

Αιτία είναι η ρήξη λεμφαγγείων και αιμοφόρων αγγείων, που συνδυάζεται με αιμάτωμα. Πρόκειται για φλεγμονώδες, πρωτεϊνικό οίδημα στην περιοχή του τραύματος.

Αγγειοφυτικό Οίδημα

Προκαλείται λόγο διαταραχής του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, που οδηγεί σε αλλαγή του τόνου των φλεβικών αγγείων, με αποτέλεσμα την αύξηση της διαπερατότητας του τοιχώματος των τριχοειδών. Αυτά τα οιδήματα ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες: αντανακλαστική δυστροφία(Morbus Sudeck), αγγειονευρωτικό οίδημα και οίδημα μετά από συμπαθεκτομή.

Οίδημα λόγω αδράνειας

Πρόκειται για οίδημα, το οποίο είναι αποτέλεσμα παράλυσης. Κάποια νευρολογική πάθηση π.χ. διατομή νωτιαίου μυελού, σκλήρυνση κατά πλάκας, αποπλεξία κλπ., προκαλεί πάρεση και κατά συνέπεια έκλειψη μυικής αντλίας με συνεπακόλουθη λεμφική και φλεβική στάση, επομένως οίδημα.

Ισχαιμικό Οίδημα

Προκαλείται από διαταραχή της αιμάτωσης. Η μείωση της ροής του αίματος μπορεί να οδηγήσει σε γάγγραινα και νέκρωση. Όταν αποκλείεται η ροή αίματος προς έναν ιστό, μέσα σε λίγα λεπτά ο ιστός παρουσιάζει έντονο πόνο.

Χρόνιο φλεγμονώδες Οίδημα

Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις βλάβης των ιστών, όπως σε τραυματισμό ή μικροβιακή λοίμωξη, αναπτύσσεται σχεδόν πάντα φλεγμονή. Σε μερικές περιπτώσεις, η φλεγμονή προκαλεί περισσότερες βλάβες από όσες προκαλούν ο τραυματισμός ή η ίδια η πάθηση. Χρόνια φλεγμονώδη οιδήματα παρατηρούνται σε ρευματοπάθειες, σε εκφυλίσεις του κολλαγόνου ύστερα από έκθεση σε ακτινοβολία, σε χρόνια εκζέματα και σε άλλες χρόνιες ακαθόριστες δερματικές παθήσεις. Επίσης μπορεί να προκληθούν μετά από προσβολή μικροοργανισμών, όπως ιών και βακτηρίων.

Αλλεργικό και τοξικό Οίδημα

Το οίδημα προκαλούμενο από αλλεργιογόνες ουσίες, που μπορεί να εκδηλωθεί τόσο τοπικά όσο και γενικευμένα περιγράφεται ως οξύ αλλεργικό οίδημα.

Το τοξικό προκαλείται από κάποια τοξική ουσία όπως συμβαίνει με το τσίμπημα σφήκας ή φιδιού. Εκδηλώνεται συνήθως τοπικά.

Οίδημα προκαλούμενο από φάρμακα

Φάρμακα που συνήθως προκαλούν οίδημα (συμμετρικό), είναι τα κορτικοειδή, τα οιστρογόνα, τα αντιοιστρογόνα και τα γεστογόνα.

Καρδιακό και νεφρικό οίδημα

Όταν η καρδιά ανεπαρκεί, ο σχηματισμός ούρων από τους νεφρούς, σχεδόν πάντα, ελαττώνεται δραστικά, με αποτέλεσμα την άθροιση νερού και νατρίου στον οργανισμό. Τα περιφερικά οιδήματα, αποτέλεσμα δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας, προκαλούνται από την αύξηση της συστηματικής φλεβικής πίεσης. Εκτός από το οίδημα στα κάτω άκρα εκδηλώνεται διόγκωση των τραχηλικών φλεβών και διόγκωση του ήπατος.

Οιδήματα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ο αυξημένος όγκος αίματος πιέζει τις φλέβες. Η αύξηση της προγεστερόνης χαλαρώνει τα μυϊκά τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων. Αυτό δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την επιστροφή του αίματος από την περιφέρεια (κυρίως από τα κάτω άκρα) πίσω στην καρδιά. Με την αύξηση του όγκου και του βάρους της μήτρας, αυξάνεται η πίεση στις πυελικές και κάτω κοίλη φλέβες, οι οποίες παροχετεύουν το αίμα από την πύελο και τα κάτω άκρα προς την καρδιά. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη κιρσωδών φλεβών. Όσο το έμβρυο αναπτύσσεται και η μήτρα μεγαλώνει, οι φλέβες προεξέχουν περισσότερο. Αυτή η διαδικασία οδηγεί σε φλεβική ανεπάρκεια και οίδημα στα κάτω άκρα. Τα συμπτώματα των κιρσωδών φλεβών και του οιδήματος είναι ο πόνος, οι νυχτερινές κράμπες, το μούδιασμα, το μυρμήγκιασμα καθώς και το αίσθημα βάρους, καψίματος και η ακαλλαισθησία.

Το παθολογικό οίδημα που μπορεί να συμβεί κατά την εγκυμοσύνη, οφείλεται σε καθυστερημένη τοξικοαιμία των εγκύων, λόγω νεφροπάθειας, που συμβαίνει στην κύηση. Πρόκειται για συμμετρικό οίδημα, φτωχό σε πρωτεΐνες, που προσβάλλει όλο το σώμα, με ιδιαίτερη προτίμηση στα κάτω άκρα.

Οιδήματα λόγω λευκωματοπενίας

Εξ’ ορισμού πρόκειται για οίδημα που οφείλεται στην έλλειψη πρωτεϊνών ή αλβουμίνης. Αιτίες της λευκωματοπενίας είναι η πείνα (μειωμένη πρόσληψη πρωτεϊνών από τροφές), η λεμφαγγειεκτασία (μειωμένη απορρόφηση πρωτεϊνών από το ήπαρ), η κίρρωση του ήπατος (μειωμένη σύνθεση πρωτεϊνών στο ήπαρ), οι χρόνιες φλεγμονές (έντονη κατανάλωση πρωτεϊνών στο σώμα) και το νεφρωσικό σύνδρομο (έντονη κατανάλωση πρωτεινών από τα νεφρά) ή η εξιδρωματική εντεροπάθεια (έντονη κατανάλωση πρωτεϊνών από το έντερο).

Οίδημα λόγω δίαιτας

Πρόκειται για οιδήματα που προκαλούνται από κακή δίαιτα. Για παράδειγμα η υπερβολική πρόσληψη γλυκόζης ή αλατιού οδηγεί σε κατακράτηση υγρών.

Ενδοκρινές οίδημα

Ορμονικές αλλαγές μπορεί να οδηγήσουν σε οίδημα. Δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα είναι το σύνδρομο Cushing και ο υποθυρεοειδισμός. Στο σύνδρομο Cushing, η αυτόνομη έκκριση της φλοιοεπινεφριδοτρόπου ορμόνης, προκαλεί τη διαρκή και αυξημένη υπερέκκριση κορτιζόλης από τα επινεφρίδια, με αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές περιφερικό οίδημα. Στον υποθυρεοειδισμό παρατηρείται διάχυτο μυξοίδημα.

Οίδημα προκαλούμενο από υψόμετρο

Εμφανίζεται σε υψόμετρο άνω των 3000μ. Σε τέτοια υψόμετρα, η χαμηλή ατμοσφαιρική πίεση λόγω έλλειψης οξυγόνου οδηγεί σε μειωμένη πίεση του συνδετικού ιστού και προκαλεί ανωμαλίες στο σύστημα πήξης, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος εκδήλωσης περιφερικού, πνευμονικού ή εγκεφαλικού οιδήματος.

Συνδυασμένο οίδημα

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τις περισσότερες φορές τα οιδήματα δεν εκδηλώνονται αμιγή αλλά συνδυασμένα. Για παράδειγμα το φλεβικό συνδυάζεται με το λεμφικό ή με οίδημα λόγω εγκυμοσύνης, το λιπικό με το λεμφικό.